επιπειθής

ἐπιπειθής, -ές (Α) [επιπείθομαι]
ευπειθής, υπάκουος.
επίρρ...
ἐπιπειθῶς
ευπειθώς.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιπειθής — obedient masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπειθῆ — ἐπιπειθής obedient neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐπιπειθής obedient masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐπιπειθής obedient masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπειθεῖς — ἐπιπειθής obedient masc/fem acc pl ἐπιπειθής obedient masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπειθές — ἐπιπειθής obedient masc/fem voc sg ἐπιπειθής obedient neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπειθοῦς — ἐπιπειθής obedient masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιπειθῶς — ἐπιπειθής obedient adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιπείθεια — ἐπιπείθεια και ποιητ. τ. ἐπιπειθείη, ἐπιπειθίη, ἡ (Α) [επιπειθής] πεποίθηση, πίστη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.